064. Για την άφιξη του π. Αρσένιου στην Κέρκυρα

 

Ο πατήρ Αρσένιος Αρχιμανδρίτης συνδέεται με τους Σουλιώτες γιατί υπήρξε ο ιερέας του Αλβανικού Συντάγματος, στο οποίο υπηρέτησαν από το 1807 έως το 1814, δηλαδή όσο κράτησε η διοίκηση των Επτανήσων από τους Γάλλους Αυτοκρατορικούς.

Όπως και στην περίπτωση του Σαμουήλ, έτσι και σε αυτήν, ένας μη Σουλιώτης, συγκεκριμένα μάλιστα Μοραΐτης από την Μονεμβασία αναλαμβάνει τον ρόλο του θρησκευτικού καθοδηγητή. Στοιχείο βέβαια, που για το ιστολόγιο μας, αναζητεί βαθύτερη εξήγηση.

Η αναφορά του Ρομιέ από την Κέρκυρα με ημερομηνία 19 Φεβρουαρίου 1804 (Γρηγ.) μας προσφέρει πληροφορίες για την άφιξη του π. Αρσένιου εκεί και για τις δυσκολίες που προέκυψαν.

Η μακροσκελής αναφορά του Ρομιέ προς τον υπουργό εξωτερικών του επιδιώκει να τον ενημερώσει για συμπεριφορές από μέρους του Μοτσενίγου που θα μπορούσαν να θεωρηθούν προσβλητικές για την Γαλλία και ταυτόχρονα να αιτιολογήσει το συγκρατημένο τρόπο του δικού του χειρισμού.

Από την αναφορά λοιπόν του Ρομιέ προκύπτουν τα εξής:

 


Στις 14/02/1804 (Γρηγ.) μετά ταξίδι 19 ημερών από την Μασσαλία, έφθασε στην Κέρκυρα το επτανησιακό καράβι “Άγιος Σπυρίδων” με τον π. Αρσένιο Αρχιμανδρίτη ανάμεσα στους επιβάτες. Ο εν λόγω κληρικός είχε υπηρετήσει στο Γαλλικό στρατό στην εκστρατεία της Αιγύπτου σαν ιερέας της Ελληνικής Λεγεώνας με την οποία και επέστρεψε στην Μασσαλία. Αυτό ήταν το πρώτο του ταξίδι με σκοπό την επίσκεψη της οικογένειας του.

Την επαύριο της άφιξης του ζήτησε από τον Ρομιέ να τον συναντήσει στο λαζαρέτο. Εκεί ζήτησε μυστική συνομιλία χωρίς όμως να πει κάτι ενδιαφέρον. Ζήτησε την προστασία του Ρομιέ ο οποίος την προσέφερε χωρίς δισταγμό. Του επέδειξε δύο επιστολές που του δόθηκαν στην Μασσαλία: η μία τελείως προσωπική από την σύζυγο γάλλου εμπόρου που έμενε στο Ναύπλιο και η άλλη από τον συνταγματάρχη Νικόλα Παπάζογλου ή Τσεσμελή της Ελληνικής Λεγεώνας προς τον Γρηγοράκη Μπέη της Μάνης.

Σημειωτέον ότι ο π.Αρσένιος κατά την αναχώρηση από την Μασσαλία καταχωρήθηκε στα έγγραφα του καραβιού σαν πολίτης Επτανήσου Πολιτείας για να μην συλληφθεί από τους Άγγλους που υπέβαλλαν σε έλεγχο το καράβι στην περιοχή της νήσου Έλβας.

Η επίδειξη των επιστολών έγινε αντιληπτή από τους φρουρούς του λαζαρέτου.

Στις 16 του μήνα ο Μοτσενίγος έστειλε στο λαζαρέτο τον γερουσιαστή Ναράντζη, βασικό του συνεργάτη, να ζητήσει από τον Αρσένιο τις επιστολές. Αυτός του απάντησε ότι δεν έχει επιστολές και ο Ναράντζης προσπάθησε να τον εκφοβίσει. Εκείνος επικαλέστηκε την προστασία του Γάλλου επιτρόπου. Ο γερουσιαστής έκανε την αναφορά του και ο Μοτσενίγος κάλεσε τον Αρσένιο στην οικία του, όπου επίσης αρνήθηκε τα περί επιστολών και επικαλέστηκε την προστασία Ρομιέ. Μυστικά εστάλη στο λαζαρέτο όπου φρουρείτο από δύο Ρώσους στρατιώτες.

Στις 6 το απόγευμα κατάφερε να ειδοποιήσει τον Ρομιέ για το τι συμβαίνει και εκείνος μετέβη για εξηγήσεις στον Μοτσενίγο ο οποίος απάντησε ότι είναι ύποπτος και υπήκοος Επτανήσου Πολιτείας.

Ο Ρομιέ απάντησε ότι λόγω της υπηρεσίας του στον γαλλικό στρατό δεν είχε πατήσει το πόδι του στα επτάνησα τα τελευταία 6 χρόνια και ότι ήταν Μοραΐτης και ότι σε καιρό πολέμου η εμφάνιση με άλλη υπηκοότητα ήταν συνήθης πρακτική.

Ο Μοτσενίγος του ζήτησε γραπτά το αίτημα και ο Ρομιέ ζήτησε να δοθούν εντολές προκειμένου να μπορέσει να δει τον Αρσένιο την επαύριο.

Μόλις έφυγε ο Ρομιέ, ο Μοτσενίγος έστειλε αξιωματικό στο λαζαρέτο για να πάρει τον χαρτοφύλακα του Αρσένιου ο οποίος ζήτησε απόδειξη παραλαβής με τα περιεχόμενα από την Διοίκηση Υγείας,

Στις 17 / 02 ο Μοτσενίγος ενημερώνει τον Ρομιέ ότι ο Αρσένιος είναι ελεύθερος. Αυτός στην επίσκεψη του Ρομιέ του ζητάει να ανακτήσει τα έγγραφα του. Ενώ ετοιμαζόταν να το κάνει επεστράφησαν τα έγγραφα πλην της επιστολής του Παπάζογλου.

Ο Ρομιέ δεν έκρινε αναγκαίο να ζητήσει την επιστολή όντας βέβαιος ότι κάτι τέτοιο θα έδινε κίνητρο να διωχθεί ο Γρηγοράκης Μπέης που βρίσκονταν στην Ζάκυνθο, λόγω της σύνδεσης του με την Γαλλία.

Ο Αρσένιος διστάζει να συνεχίσει το ταξίδι του φοβούμενος μήπως ειδοποιηθούν οι Τουρκικές αρχές. Θα ζητήσει την προστασία του στρατηγού Σεν Συρ (επικεφαλής γαλλικών δυνάμεων στην Ιταλία).

 

Στην αναφορά επισυνάπτεται και αντίγραφο βεβαίωσης από την διοίκηση του σώματος ( Chasseurs d’Orient) που υπηρετούσε στην Μασσαλία, για την προϋπηρεσία και τα προσωπικά στοιχεία του Αρσένιου.

Τεκμηριώνεται λοιπόν η παρουσία του π. Αρσένιου στα Επτάνησα από τον Φεβρουάριο του 1804. Θα αποχωρήσει το καλοκαίρι του 1814 με τον στρατηγό Δονζελό όταν οι γάλλοι παραδίδουν και την Κέρκυρα στους Άγγλους.

 

 

Πηγή: ADEL 057CP/ Il.Ion. tm. 4

Λέξεις κλειδιά

Εμφάνιση περισσότερων